«…Υπάρχουν δύο Ελλάδες. Αυτή που εξαναγκάζεται και τους ίδιους τους υπηκόους της να καταπονεί και σ ένα διεθνή χορό μεταμφιεσμένων να μετέχει με το φόρεμα της Ευρωπαίας. Και υπάρχει και η άλλη Ελλάδα ,που εξακολουθεί να υπακούει στον Ηράκλειτο και στον Μακρυγιάννη.
Η πρώτη μπορεί να καταλυθεί μια μέρα. Η δεύτερη ακόμη και αν μείνει χωρίς υπόσταση, ποτέ».
(Οδυσσέας Ελύτης,«Συν τοις άλλοις»).
Η Ελλάδα που αγαπήσαμε
Του Τάκη Θεοδωρόπουλου
Κατ' άλλους πατρίδα είναι η παιδική ηλικία, αυτή που χάραξε τις ανεξίτηλες αναμνήσεις της στον πηλό της μνήμης. Κατ' άλλους είναι η γλώσσα, οι λέξεις που οργανώνουν τη συνείδηση, τον τρόπο που βλέπεις τον κόσμο και τον εαυτό σου. Υπάρχουν και τα υποκατάστατα, εννοείται. Για πολλούς είναι το εξοχικό που κατάφεραν να χτίσουν, το αυτοκίνητο που απέκτησαν, η ποδοσφαιρική τους ομάδα, ο τόπος της ευκαιρίας. Για μερικούς, τους πιο προνομιούχους, πατρίδα είναι η χώρα που φιλοξενεί τους τραπεζικούς τους λογαριασμούς.
Την Ελλάδα τη γεμίσαμε υποκατάστατα. Της βάλαμε σημαία ευκαιρίας και τη μετατρέψαμε σε υποκατάστατο πατρίδας. Λες και θέλαμε να σκοτώσουμε μέσα μας τις αναμνήσεις της παιδικής μας ηλικίας και να σβήσουμε τη γλώσσα μας. Και δεν εννοώ μόνον τα χρήματα που δανειστήκαμε, τη φτήνια που ξοδέψαμε γιατί μας ήταν ακριβή, την κακογουστιά του λάιφ στάιλ, την αμορφωσιά που ανακηρύξαμε σε δημόσιο αγαθό. Τώρα που όλα αυτά καταρρέουν με πάταγο πάνω στα κεφάλια μας δεν μας μένει παρά να την ξαναβρούμε.
Mια διχογνωμία διατρέχει τον νεότερο ελληνισμό τους δύο τελευταίους αιώνες, απ’ τον καιρό του Ξεσηκωμού του 1821 ως τις μέρες μας. Ανατολή ή Δύση; Πίσω από το αδρό αυτό δίλημμα στοιχίζονται πολλά συμφέροντα, ιδεασμοί, προκαταλήψεις. Και φυσικά η διχοστασία δεν είναι γεωγραφική· είναι πολιτική, γεωστρατηγική, οικονομική, ταξική, πολιτιστική, πνευματική, ψυχοϊστορική.
Στο καλύτερο μυθιστόρημα του Κουμανταρέα που ξαναδιάβασα πρόσφατα, τη «Βιοτεχνία υαλικών», ένας ήρωας ονειρεύεται την κλίμακα του Ιακώβ, όνειρο επίσης του βιβλικού ήρωα. Καθώς κοιμάται ο γιος τού Ισαάκ με προσκέφαλο μια πέτρα ονειρεύεται πως βλέπει μια σκάλα που φτάνει έως τον ουρανό όπου ανεβοκατεβαίναν άγγελοι... Στο έξοχο κείμενο του Μένη Κουμανταρέα το όνειρο επαληθεύεται αλλά ανάποδα. Η κλίμακα οδηγεί στην καταστροφή, στο χάος, στην αφασία, στην ερημιά. Οι ήρωες επιστρέφουν στη σκληρή πραγματικότητα με μόνο προσκεφάλι μια πέτρα. Στο μυθιστόρημα του συγγραφέα, που φέτος γιορτάζει τα ογδόντα γόνιμα χρόνια του, καταγράφεται η πορεία μιας γενιάς που ξεκίνησε με όνειρα και αγώνες για κοινωνική αλλαγή, συμβιβάστηκε, μπήκε με σχέδια και ενθουσιασμό στο μικροαστικό κουκούλι και η χρυσαλλίδα που έπρεπε να βγει μετατράπηκε σε σκουλήκι γυμνό που το τσαλαπάτησαν οι ερπύστριες ενός ανελέητου συστήματος.
