Το πρώτο γράμμα της ελληνικής αλφαβήτου "Α" όπως σχεδιάστηκε με την μορφή αρχιγράμματος. Περισσότερα...
Στις σελίδες που ακολουθούν, όσοι δεν έχετε επισκεφθεί από κοντά τη Βιβλιοθήκη μας, μπορείτε να κάνετε μια πρώτη γνωριμία με αυτή.
Ελπίζουμε σύντομα να μας δώσετε τη χαρά να σας ξεναγήσουμε και από κοντά στις φιλόξενες αίθουσές μας.
Από τον Ιούλιο του 2008, οπότε και μας παραχωρήθηκε ως έδρα ο πρώτος όροφος του παλαιού Κοινοτικού Καταστήματος Ερμιόνης, λειτουργούμε καθημερινά με εθελοντές, έχοντας κατορθώσει η συλλογή των βιβλίων μας να έχει ξεπεράσει τους 8.000 τόμους.
Έχοντας κατά γενική ομολογία αποσπάσει την αποδοχή, την εκτίμηση και την αγάπη της πόλης μας, αδυνατούμε πλέον να ανταποκριθούμε στις ανάγκες εξυπηρέτησης των νέων μας στον μικρό μας χώρο, ούτως ώστε να είναι αναγκαία η επέκτασή μας στο όμορο και διατηρητέο κτήριο του ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΚΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ ΕΡΜΙΟΝΗΣ, ιδιοκτησίας μας, το οποίο όμως χρήζει ολικής ανακαίνισης.
Στόχος μας είναι να εμπνέουμε ιδίως τους νέους και να συμβάλλουμε με ευπρέπεια και ήθος στην πνευματική και πολιτιστική ζωή της πόλης μας.
…Η φωνή ράγισε κι έσπασε έπειτα από λίγο. Έμεινε το τοπίο με τη βροχή. Έμεινα κι εγώ. Αυτό θα 'παιρνα μαζί μου».
(Συνέντευξη του Θ.Αγγελόπουλου στον Μισέλ Φάις που δημοσιεύθηκε στη «Βιβλιοθήκη» της ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ 31/05/2002).
![]()
- Μ' ενδιαφέρει αν στη νεότητά σου υπήρχε κάποιο πρόσωπο το οποίο σου υποδείκνυε βιβλία ή να σε τροφοδοτούσε με βιβλία...
«Όχι».
- Είτε από το οικογενειακό, είτε από το φιλικό περιβάλλον...
«Η μητέρα μου διάβαζε τη Γραφή και ο πατέρας μου εφημερίδα. Έπειτα, τα χρόνια εκείνα, χρόνια της Κατοχής και του Εμφυλίου, σε μια οικογένεια σαν τη δική μου, που πάλευε για την επιβίωση, το βιβλίο δεν ήταν εύκολη καταφυγή».
- Πότε έπιασες στα χέρια σου βιβλίο για πρώτη φορά;
«Ανακάλυψα μόνος μου το βιβλίο. Κάποια μέρα, παίζοντας σ' ένα υπόγειο του σπιτιού, ανακάλυψα σ' ένα παλιό μπαούλο μερικά βιβλία του πατέρα μου. Από την εποχή που ήταν εμποροϋπάλληλος στην Πάτρα».
- Ποια ήταν αυτά;
«Ήταν "Ο Βασιλέας των Ορέων", του Εντμόντ Αμπού. Αργότερα, όταν έκανα τον "Μεγαλέξανδρο", μου φάνηκε περίεργο, διότι όντως μου θύμιζε αυτή τη φιγούρα. Ηταν ο "Ναπολέων" του Τσβάιχ και ήταν και Σταντάλ - δεν θυμάμαι: πιθανώς το "Μοναστήρι της Πάρμας". »Αργότερα, στο Γυμνάσιο, είχα ανήσυχους συμμαθητές. Ανταλλάσσαμε μεταξύ μας βιβλία. Η εποχή εκείνη, τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, ήταν μια εποχή συμβίωσης με το βιβλίο και λογοτεχνικών τσακωμών ώς το πρωί με τη συντροφιά του σχολείου, και όχι μόνο. Πάθος και τσακωμοί για τον Καβάφη, τον Σικελιανό, τον Καρυωτάκη, τον Λαπαθιώτη».
- Υπήρξε κάποιο βιβλίο που σε συνεπήρε στη νεότητα;
«Δεν ήταν βιβλίο, ήταν συγγραφέας. Υπήρξε μια περίοδος, εκεί γύρω στα δεκαπέντε μου, που θα μπορούσα να την ονομάσω ντοστογιεφσκική. Συχνά έκανα τον άρρωστο για να διαβάσω Ντοστογιέφσκι. Όλο το χαρτζιλίκι της γιαγιάς πήγαινε στα βιβλία του».
- Και η «αναγνωστική» συνέχεια;
«Τα πάντα. Από τη μεγάλη σχολή του γένους, Παπαδιαμάντη, Θεοτόκη, Βιζυηνό και τη γενιά του '30 (Μυριβήλη, Βενέζη, Τερζάκη) και τον Στάινμπεκ -μεγάλη μόδα της εποχής- ώς τον Σαρτρ και τον Καμί: ο "Ξένος", ένα βιβλίο που με ακολούθησε πολύ καιρό μετά την αποφοίτησή μου από το Γυμνάσιο. Ηταν το βιβλίο που βάζουμε κάτω από το προσκέφαλό μας. Το διάβαζα και το ξαναδιάβαζα».
- Υπάρχει κάποιο βιβλίο που σε έσπρωξε στον κινηματογράφο;
«Βιβλίο, όχι. Εχω μιλήσει πολλές φορές για την πρώτη επαφή μου με το σινεμά: Οι "Άγγελοι με λασπωμένα πρόσωπα" του Μάικ Κούρτιζ, τότε, μετά την απελευθέρωση. Πηγαίναμε πιτσιρικάδες, χωνόμασταν ανάμεσα στους μεγάλους. Και κάποιοι μας κυνηγούσαν πάνω στον εξώστη. Είχε πολύ κόσμο τότε το σινεμά. Ο "Αρης" Αχαρνών γέμιζε».
»Αλλά το τελειωτικό χτύπημα μού το έδωσε το "Με κομμένη την ανάσα" του Γκοντάρ. Εβλεπα ταινίες και δεν μ' ενδιέφερε ποιος παίζει, όπως τους φίλους μου, αλλά ποιος την υπέγραφε. Μιλάμε για το '59, '60. Είχα ήδη αποφασίσει να ασχοληθώ με το σινεμά. Όταν το συνειδητοποίησα αυτό κατάλαβα ότι με ενδιαφέρει η γραφή, η κινηματογραφική περιπέτεια, σαν προσωπική περιπέτεια».
- Κάποτε είχες εκδηλώσει ενδιαφέρον να μεταφέρεις το «Τρίτο στεφάνι» του Ταχτσή. Τελικώς ναυάγησε αυτή η ιστορία...
«Μου είχε προτείνει ο μακαρίτης ο Ταχτσής να κάνω το "Τρίτο στεφάνι". Μ' ενδιέφερε. Ηταν ένα βιβλίο που μου άρεσε. ΄Εγραψα το σενάριο. Αλλά ήταν μια πολύ ακριβή ιστορία για εκείνη την εποχή. Αμέσως μετά τον "Μεγαλέξανδρο". Ο Ταχτσής νόμιζε πως μπορούσε να γίνει.΄ Εκανε επαφή με τον Ιόλα και με άλλους πιθανούς χρηματοδότες. Το κόστος όμως της ταινίας ξεπερνούσε τα συνήθη. Δεν την έβλεπα σαν μια απλή μεταφορά του βιβλίου. Ηταν μια μεταμόρφωση από την προσφυγική Ελλάδα στη μεταπολεμική Ελλάδα. Κι αυτή η μεταμόρφωση έπρεπε να δειχτεί σε όλα τα στάδια. Στα πρόσωπα των ανθρώπων, στα ρούχα, στο ύφος των δρόμων, στη μετάβαση από τα χαμηλά νεοκλασικά και τις παραγκοσυνοικίες στις πολυκατοικίες».
- Άλλο βιβλίο νεοελληνικό που σε ερεθίζει ως σκηνοθέτη υπάρχει;
«Μέχρι στιγμής, όχι. Τα βιβλία που αγαπάω πιστεύω πως έχουν μια ολοκλήρωση τέτοια, που δεν χρειάζεται να τα μεταφράσω κινηματογραφικά. Ισως, τώρα που το σκέφτομαι, να μην έκανα το "Τρίτο στεφάνι" γιατί κατά βάθος δεν ήθελα να το κάνω. Ξέρω τον εαυτό μου. Κάτι που πραγματικά το θέλω, ξεπερνάω όλα τα εμπόδια και το πραγματοποιώ.
»Δούλεψα πάντα σε δικές μου ιστορίες, σε πρωτότυπα σενάρια ή με αφορμές που ξεκινάνε από τα ψιλά της εφημερίδας - όπως στην "Αναπαράσταση", σ' ένα έγκλημα. Με τον τρόπο αυτό έχω δουλέψει πάνω στους ελληνικούς μύθους. Οπως στους Ατρείδες, ή όπως τώρα στο Θηβαϊκό κύκλο. Τελείως ελεύθερα, επιχειρώντας ένα είδος επανεγγραφής του μύθου με υλικά σημερινά και προβολή στο σημερινό ιστορικό χρόνο».
- ΄Εχεις συνεργαστεί με συγγραφείς στα σενάριά σου. Με τον Βαλτινό περισσότερο, αλλά και με τον Νόλλα και με τον Μάρκαρη...
«Και τον Τονίνο Γκουέρα, τον Στρατή Καρρά».
- Τι αποζητάς από έναν συγγραφέα πέρα από τις ιδέες του, την οπτική του, τη γλώσσα του;
«Έναν αντίλογο».
-Έναν δύσκολο συνομιλητή;
«Έναν δύσκολο συνομιλητή. Ξεκινάω πάντα από δικές μου ιστορίες. Χρειάζομαι έναν συνομιλητή. Υπάρχει φυσικά και ο "Θίασος", που τον έγραψα χωρίς συνομιλητή, αλλά συνήθως υπάρχει κάποιος. Θεωρώ ότι ένας συγγραφέας έχει προβληματιστεί πάνω στο πώς διηγούμαι μια ιστορία, στο τι σημαίνει διηγούμαι μια ιστορία. Οπότε έχω έναν αντίλογο. Στέλνω τις ιστορίες μου και μου απαντάει. Όπως, λέει, ο Γκουέρα: παίζουμε πινγκ-πονγκ. Αν η μπαλιά πέσει σ' ένα σημείο που θα κάνω προσπάθεια να την αντιμετωπίσω, αυτό μου γεννάει κάτι. Ο Μάρκαρης είχε γράψει ένα βιβλίο για το πώς γεννήθηκε η προηγούμενη ταινία, "Η Αιωνιότητα". Εκεί φαίνεται καθαρά αυτή η διαδικασία.
Στο πρώτο στάδιο, όπου αφηγούμαι και διαλέγομαι, η αντιπαράθεση, ή το πινγκ-πονγκ όπως το είπαμε, είναι μια ευχάριστη και παραγωγική σχέση. Ομως συχνά αυτή η συνεργασία παίρνει παράξενες μορφές.
Να πω ένα παράδειγμα από το "Τοπίο στην ομίχλη". Είχε τελειώσει ήδη η συζήτηση, που είχα τότε με τον Γκουέρα και τον Βαλτινό, και ήδη έγραφα το σενάριο. Ημουν στο Μάτι, όπου έχω γράψει πολλά από τα σενάριά μου, και δέχτηκα ένα τηλεφώνημα από τον Γκουέρα: "Δεν ξέρω γιατί, αλλά νομίζω ότι κάπου πρέπει να βάλεις μια κότα".
Λέω, "τι είπες;", λέει "μια κότα". "Σοβαρά μιλάς;". "Πολύ σοβαρά". Χαμογέλασα και κλείσαμε. Συνέχισα να γράφω. Κάποια στιγμή θυμήθηκα ότι μου έλειπε η αρχή μιας σκηνής. Την άρχιζα με έναν τρόπο που δεν μου άρεσε πολύ. Θυμήθηκα τον Γκουέρα και ξαναγράφω τη σκηνή βάζοντας την είσοδο μιας κότας στο σταθμό ενός τρένου. Όταν με ρωτάνε τι σημαίνουν οι κίτρινοι άνθρωποι στις ταινίες μου, δεν μπορώ να απαντήσω με ακρίβεια. Είμαι σίγουρος όμως ότι έχουν τη θέση τους εκεί. Όπως είχε και η κότα».
- Συμμερίζεσαι την άποψη ότι η απαιτητική λογοτεχνία δεν προσφέρεται για τον κινηματογράφο. Παράδειγμα η «Δίκη» του μεγάλου Ορσον Ουέλς...
«Η "Δίκη" του Όρσον Ουέλς είναι πολύ κατώτερη από τη "Δίκη" του Κάφκα. Στο γραπτό λόγο ο αναγνώστης φαντάζεται μέσα στο πλαίσιο του λόγου: χώρους, πρόσωπα, ατμόσφαιρες, χρώματα, φωνές. Ποτέ στο σινεμά δεν μπορείς να βρεις τα αντίστοιχά τους. Η κινηματογραφική γλώσσα είναι η γλώσσα του πραγματικού. Είναι η γλώσσα του βλέμματος. Το ύφος και η γλώσσα ενός μεγάλου βιβλίου δεν μεταφέρονται στο σινεμά. Πρέπει να απομακρυνθεί κανείς πολύ, σχεδόν να ξεχάσει το βιβλίο από όπου προέρχεται το σενάριο, για να ξαναβρεθεί ενδεχομένως μια συγγενής, αλλά άλλης τάξης μουσική.
Οι καλύτερες μεταφορές γίνονται από βιβλία αστυνομικά ή αισθηματικά του κιλού, όπου η έλλειψη σεβασμού στο βιβλίο προκαλεί μια σχεδόν πρωτογενή δημιουργική έκρηξη. Παράδειγμα, "Η δίψα του κακού" του Ορσον Ουέλς, ταινία που προήλθε από ένα μέτριο αστυνομικό μυθιστόρημα».
- Αρα είσαι επιφυλακτικός με τη μεταφορά στον κινηματογράφο αρχαιοελληνικών ή σαιξπηρικών κειμένων.
«Απόλυτα. Εκτός από κάποιες εμπνευσμένες απόπειρες».
- Στις ταινίες σου υπάρχει αρκετός Σεφέρης, στίχοι του Κατσαρού στο «Θίασο», εδώ κι εκεί Ελιοτ, Ρίλκε, Σολωμός.
«Μετά την πρώιμη καβαφική περίοδο ήρθαν οι άλλοι. Ο Σεφέρης έγινε εμμονή στο Παρίσι. Με τον Σεφέρη το "άγγιγμα" έγινε στο Παρίσι. Οπως έγιναν εμμονές κι άλλα που θύμιζαν Ελλάδα. Εκανα επιστροφές και κάποιες ανακαλύψεις. Συχνά επιβεβαίωνα τα ρίγη της εφηβείας. Οσον αφορά τον Ελιοτ και τον Ρίλκε, ήταν ανέκαθεν οι συνήθεις ύποπτοι, και συνεχίζουν να είναι».
-Νιώθεις μοναξιά τώρα που οι σκηνοθέτες της γενιάς σου βαθμιαία αποσύρονται;
«Το αίσθημα της μοναξιάς έρχεται από το γεγονός ότι δεν έγινε σχεδόν τίποτε από όσα ονειρευτήκαμε. Το πέρασμα του χρόνου, η οριστική ή προσωρινή αποστράτευση κάποιων συνοδοιπόρων αφήνει ένα κενό, μια αίσθηση μάταιου, ακούς τα βήματά σου μοναχικά πια στο βραδινό δρόμο…Από την άλλη μεριά, το "κάνω κινηματογράφο" δεν σημαίνει το ίδιο σήμερα. Αυτά που θρέψανε τη γενιά μας σβήνουν πίσω μας. Κι όμως. Καμιά φορά κάτι γίνεται. Δεν είναι πολύ. Ισως μόνο μερικές εικόνες, κάπου από τον κόσμο. Και τότε...
Το παλιό μας το τραγούδι που το λέγαμε μαζί μια κι η αγάπη μας εχάθη, ποιος θα το 'λεγε να ζει..."».
- Αλήθεια, υπάρχει κάποιο βιβλίο που να σε παρηγορεί σε στιγμές δύσκολες;
«Ξεφυλλίζω παλιές μουσικές. Ο Μπαχ με ισορροπεί και μου κάνει τον κόσμο ανεκτό. Μπορώ να τον ακούω με τις ώρες. Καμιά φορά συμβαίνει να εισβάλλει απαιτητικά κάτι καινούργιο. Ενας από τους τελευταίους εισβολείς είναι ο Πάουλ Τσέλαν, ένας μεγάλος ποιητής που δυστυχώς λίγοι γνωρίζουν. Από τότε που τον ανακάλυψα, στη μετάφραση του Χρήστου Λάζου, είναι αυτός με τον οποίο συνομιλώ περισσότερο. Και βέβαια ο Σολωμός. Ο Σολωμός που είχα αδικήσει. Χρειάστηκε να τον διαβάσω καλά στην προηγούμενη ταινία και θεωρώ πως είναι αδικημένος».
-Αναφέρεσαι στον ευρωπαϊκό χάρτη...
«Ναι. Θεωρώ ότι τα σολωμικά σπαράγματα διασώζουν μια απίστευτη μουσική».
-Κλίνεις περισσότερο στην ποίηση από ό,τι στην πεζογραφία;
«Τώρα πια, ναι. Η ποίηση με παρηγορεί περισσότερο. Αλλωστε και στον τρόπο που γράφω και στον τρόπο που επικοινωνώ, αυτό που αναζητώ είναι επίμονα μουσικούς δρόμους, άρα όρους ποίησης...».
- Αυτό μου ακούγεται εντελώς βαλερικό.
«Μπορεί».
- Μια εικόνα ή ένα βιβλίο θα έπαιρνες μαζί σου ως τελευταία αποσκευή;
«Μια εικόνα. Ενα τοπίο που, όσος καιρός κι αν πέρασε, λειτουργεί μέσα μου μουσικά. Εχει ρυθμό, αναπτύσσεται στο χρόνο... Ψάχνοντας τότε, το '69, για το χωριό της "Αναπαράστασης", βρέθηκα σ' ένα χωριό ψηλά στα Ζαγόρια. Νοέμβρης μήνας με ψιλόβροχο. Μαύριζε η γκρίζα πέτρα από νερό. Πένθιμες γυναικείες φιγούρες χάνονταν στα ερείπια. Μια γέρικη φωνή τραγουδούσε στο έρημο καφενείο: "Μωρή κοντούλα λεμονιά...".
Στάθηκα εκεί στην άκρη. Η φωνή ράγισε κι έσπασε έπειτα από λίγο. Έμεινε το τοπίο με τη βροχή. Έμεινα κι εγώ. Αυτό θα 'παιρνα μαζί μου».
Ο Μισέλ Φάις είναι συγγραφέας.
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ της ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ - 31/05/2002
Η απώλεια του Θ. Αγγελόπουλου, ενός διεθνώς καταξιωμένου Έλληνα, δεν πλήττει μόνο την τέχνη σε μία περίοδο ευρύτερης καχεξίας. Πλήττει το συλλογικό μας θυμικό καθώς αποχαιρετούμε έναν Έλληνα που αντιπροσώπευε την Ελλάδα της διάκρισης, της τέχνης και της αισθητικής.
Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα στις 27 Απριλίου 1935. Πήγε Δημοτικό και Γυμνάσιο στην Αχαρνών, έχοντας φίλους και συμμαθητές όπως ο Αλέκος Φασιανός, ο Χρήστος Γιανναράς, ο Λευτέρης Παπαδόπουλος. Το 1953 εισάγεται στη Νοµική Σχολή Αθηνών την οποία εγκαταλείπει στο πτυχίο.
Φεύγει για τη Γαλλία και γράφεται στη Σορβόννη όπου παρακολουθεί µαθήµατα γαλλικής φιλολογίας και φιλµολογίας, µε καθηγητές τον Ζορζ Σαντούλ και τον Μιτρί, τους οποίους ξανασυνάντησε αργότερα στη σχολή κινηματογράφου IDHEC. Ωστόσο η διαφωνία με τον καθηγητή του τον οδήγησε σε διακοπή σπουδών. Γύρισε στην Ελλάδα το 1964. Τότε η σκηνοθέτις Τώνια Μαρκετάκη του προτείνει να συνεργαστεί µε την εφηµερίδα «∆ηµοκρατική Αλλαγή» ως κριτικός. Ενα χρόνο μετά, οι Φόρµινξ του προτείνουν να γυρίσει µια ταινία που θα προωθούσε την περιοδεία τους στην Αµερική. Τότε, ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, κάνει και το πρώτο γύρισµα στη Θεσσαλονίκη, στο Παλαί ντε Σπόρ, σε συναυλία του συγκροτήµατος, µε 8.000 θεατές. Ο Αγγελόπουλος είναι πλέον πίσω από την κάμερα.
Το έργο του:
• Forminx Story (1965)
• Η Εκπομπή (1968)
• Αναπαράσταση (1970)
• Μέρες του ’36 (1972)
• Ο Θίασος (1974-’75)
• Οι κυνηγοί (1977)
• Ο Μεγαλέξαντρος (1980)
• Αθήνα, επιστροφή στην Ακρόπολη (1983)
• Ταξίδι στα Κύθηρα (1984)
• Ο Μελισσοκόμος (1986)
• Τοπίο στην ομίχλη (1988)
• Το μετέωρο βήμα του πελαργού (1991)
• Το βλέμμα του Οδυσσέα (1995)
• Μια αιωνιότητα και μια μέρα (1998)
• Το λιβάδι που δακρύζει (2004)
• Η Σκόνη του Χρόνου (2008)
απόσπασμα από το www.protagon.gr(25-1-12)
Η ιστοσελίδα του Θ.Αγγελόπουλου: www.theoangelopoulos.gr
βραβείο Ακαδημίας Αθηνών
Παραμονές της τελευταίας παράστασης της ζωής του, ο σκηνοθέτης Λεωνίδας K. ζητά από τον ιδιόμορφο Aλβανό βοηθό του να κάψει τα σκηνικά για να αναβληθεί η πρεμιέρα. Παρ' ότι καταξιωμένος, επίλεκτος πολίτης της καλλιτεχνικής δημοκρατίας των Aθηνών, φοβάται την αποτυχία. Aντιμέτωπος με τα γερατειά, την αρρώστια, τον θάνατο, αρπαγμένος από τον έρωτά του για την Αννα Mελαχρινού, τη νέα και γοητευτική, πλην ατάλαντη πρωταγωνίστριά του, αισθάνεται να τον συντρίβει το βάρος μιας μετριότητας που κάνει τη συνείδησή του να ασφυκτιά. Στο σπίτι του με θέα την Aκρόπολη, στην Eπίδαυρο και στο Oρεστικόν σκέφτεται τους φόβους του και την απελπισία του, ώσπου για να λυτρωθεί αφήνεται να χαθεί σ' έναν χρόνο που θα τον οδηγήσει ως τη μακρινή εκείνη εποχή που ο Eυριπίδης έγραφε τις Bάκχες του.
«'Oταν δεν έρχεσαι σε σύγκρουση με αυτό που είσαι», αναφέρει ο συγγραφέας Τάκης Θεοδωρόπουλος, «όταν είσαι απολύτως συμφιλιωμένος με αυτό που είσαι, τότε δεν έχεις κανέναν απολύτως λόγο ν' αναζητάς την ελευθερία σου».

«…αναρωτιέται κανείς: για τι παλεύουμε νύχτα μέρα κλεισμένοι στα εργαστήριά μας;
Παλεύουμε για ένα τίποτε, που ωστόσο είναι το παν.
Είναι οι δημοκρατικοί θεσμοί, που όλα δείχνουν ότι δεν θ’ αντέξουν για πολύ.
Είναι η ποιότητα, που γι’ αυτή δεν δίνει κανείς πεντάρα.
Είναι η οντότητα του ατόμου, που βαίνει προς την ολική της έκλειψη.
Είναι η ανεξαρτησία των μικρών λαών, που έχει καταντήσει ήδη ένα γράμμα νεκρό.
Είναι η αμάθεια και το σκότος.
Ότι οι λεγόμενοι “πραχτικοί άνθρωποι” -κατά πλειονότητα, οι σημερινοί αστοί- μας κοροϊδεύουν` είναι χαρακτηριστικό.
Εκείνοι βλέπουν το τίποτε.
Εμείς το παν.
Που βρίσκεται η αλήθεια, θα φανεί μια μέρα, όταν δεν θα 'μαστε πια εδώ.
Θα είναι, όμως, εάν αξίζει, το έργο κάποιου απ’ όλους εμάς.
Και αυτό θα σώσει την τιμή όλων μας - και της εποχής μας.»
Οδ. Ελύτης
Απολείπειν ο θεός Αντώνιον
Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ', ακουσθεί
αόρατος θίασος να περνά
με μουσικές εξαίσιες, με φωνές --
την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου
που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου
που βγήκαν όλα πλάνες, μη ανοφέλετα θρηνήσεις.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που φεύγει.
Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πείς πως ήταν
ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου·
μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,
κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ' όχι
με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
κι αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που χάνεις.

Αφιέρωμα στον Οδυσσέα Ελύτη (100 χρόνια από τη γέννησή του)
Στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Ερμιόνης «Απόστολος Γκάτσος» από την Δευτέρα 4/7/11 έως την Παρασκευή 8/7/11, κατά τις απογευματινές ώρες λειτουργίας της βιβλιοθήκης ( 6.00-8.30 μμ), παρουσιάστηκε η κινητή έκθεση του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου για τον Οδυσσέα Ελύτη, και έκθεση με βιβλία του ποιητή. περισσότερα...

Ολοκληρώθηκαν για τρίτη συνεχή χρονιά οι χριστουγεννιάτικες γιορτές της δημοτικής βιβλιοθήκης Ερμιόνης «Α. Γκάτσος» που στόχο έχουν να εξοικειώσουν τα παιδιά στον φιλόξενο χώρο της βιβλιοθήκης , τη δημιουργική τους απασχόληση ,τη προσέγγιση στη γνώση, τη ψυχαγωγία μέσα σ΄ένα κοινωνικό σύνολο.περισσότερα...