Το πρώτο γράμμα της ελληνικής αλφαβήτου "Α" όπως σχεδιάστηκε με την μορφή αρχιγράμματος. Περισσότερα...
Στις σελίδες που ακολουθούν, όσοι δεν έχετε επισκεφθεί από κοντά τη Βιβλιοθήκη μας, μπορείτε να κάνετε μια πρώτη γνωριμία με αυτή.
Ελπίζουμε σύντομα να μας δώσετε τη χαρά να σας ξεναγήσουμε και από κοντά στις φιλόξενες αίθουσές μας.
Από τον Ιούλιο του 2008, οπότε και μας παραχωρήθηκε ως έδρα ο πρώτος όροφος του παλαιού Κοινοτικού Καταστήματος Ερμιόνης, λειτουργούμε καθημερινά με εθελοντές, έχοντας κατορθώσει η συλλογή των βιβλίων μας να έχει ξεπεράσει τους 8.000 τόμους.
Έχοντας κατά γενική ομολογία αποσπάσει την αποδοχή, την εκτίμηση και την αγάπη της πόλης μας, αδυνατούμε πλέον να ανταποκριθούμε στις ανάγκες εξυπηρέτησης των νέων μας στον μικρό μας χώρο, ούτως ώστε να είναι αναγκαία η επέκτασή μας στο όμορο και διατηρητέο κτήριο του ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΚΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ ΕΡΜΙΟΝΗΣ, ιδιοκτησίας μας, το οποίο όμως χρήζει ολικής ανακαίνισης.
Στόχος μας είναι να εμπνέουμε ιδίως τους νέους και να συμβάλλουμε με ευπρέπεια και ήθος στην πνευματική και πολιτιστική ζωή της πόλης μας.
Στο καλύτερο μυθιστόρημα του Κουμανταρέα που ξαναδιάβασα πρόσφατα, τη «Βιοτεχνία υαλικών», ένας ήρωας ονειρεύεται την κλίμακα του Ιακώβ, όνειρο επίσης του βιβλικού ήρωα. Καθώς κοιμάται ο γιος τού Ισαάκ με προσκέφαλο μια πέτρα ονειρεύεται πως βλέπει μια σκάλα που φτάνει έως τον ουρανό όπου ανεβοκατεβαίναν άγγελοι... Στο έξοχο κείμενο του Μένη Κουμανταρέα το όνειρο επαληθεύεται αλλά ανάποδα. Η κλίμακα οδηγεί στην καταστροφή, στο χάος, στην αφασία, στην ερημιά. Οι ήρωες επιστρέφουν στη σκληρή πραγματικότητα με μόνο προσκεφάλι μια πέτρα. Στο μυθιστόρημα του συγγραφέα, που φέτος γιορτάζει τα ογδόντα γόνιμα χρόνια του, καταγράφεται η πορεία μιας γενιάς που ξεκίνησε με όνειρα και αγώνες για κοινωνική αλλαγή, συμβιβάστηκε, μπήκε με σχέδια και ενθουσιασμό στο μικροαστικό κουκούλι και η χρυσαλλίδα που έπρεπε να βγει μετατράπηκε σε σκουλήκι γυμνό που το τσαλαπάτησαν οι ερπύστριες ενός ανελέητου συστήματος.
Εβδομήντα χρόνια μετά τον τραυματικό «γυάλινο κόσμο» που περιγράφει ο Τενεσί Ουίλιαμς, στον δικό μας τραυματικό γυάλινο κοσμάκη κάθε τόσο τα όνειρα για πολυελαίους και φωταψίες γίνονται καντηλέρια, σκοτάδια και ιδεολογικές συσκοτίσεις. Και σκέφτομαι πόσες φορές οι συγγραφείς μας δεν κατέγραψαν με ωμότητα, με οξυδέρκεια, με ακρίβεια αυτή την καθοδική κλίμακα του Ιακώβ απ' τα ψηλά στα χαμηλά κι από τα πολλά στα λίγα και όπως συμβαίνει πάντα, αφού τους διαβάσαμε (!) και τους θαυμάσαμε, πήραμε τα κείμενά τους ως μυθοπλασία και αγνοήσαμε το αλληγορικό τους σήμαντρο.
Εδώ και εκατόν εβδομήντα χρόνια αστικού κοινοβουλευτικού βίου οι προικισμένοι δημιουργοί περιέγραψαν συχνά την κοινωνική μας κάθοδο ες Αδην, που δυστυχώς στην ιστορία δεν σημαίνει Ανάσταση, όπως στη θρησκευτική δογματική σημειολογία, αλλά καταβύθιση, χαντάκωμα, συντρίμμια, ερειπιώνας. Ο Αντώνιος Μάτεσις στον «Βασιλικό» καταγράφει την απονενοημένη προσπάθεια της παλιάς αριστοκρατίας της γης, του ελληνικού φεουδαρχισμού, να κρατηθεί στη ζωή, αρνούμενη να δεχτεί τη νομοτελειακή μετάλλαξή της στη νέα τάξη πραγμάτων, την αστική, που στηρίζεται περισσότερο στην εμπορική πίστη και στο συναλλακτικό ρίσκο, στον οίστρο της πρωτοτυπίας.
Ο Ξενόπουλος και στα θεατρικά του έργα και στα κοινωνικά του μυθιστορήματα καταγράφει τη μεταβατική περίοδο από τις παλαιές ηθικές, οικονομικές και ιδεολογικές δομές στα μικροαστικά και μεγαλοαστικά ήθη. Οι Βαλέρηδες, οι Βιολάντηδες και οι ποπολάροι, ο κόσμος και ο Κοσμάς παλεύουν στην κορυφή του τρικυμισμένου κοινωνικού πελάγους πάνω σε μια σχεδία, όπως οι αντιήρωες του Παπαδιαμάντη στη σκαμπαβία τους. Αλλοι με νύχια και με δόντια προσπαθούν να κρατήσουν τα «μυστικά» τους και το ιδιοκτησιακό τους δικαίωμα ακόμη επάνω και στα παιδιά τους, άλλοι να ανατρέψουν ήθη και συνήθειες, βολές και συμφέροντα κατεστημένα και άλλοι να διεισδύσουν έρποντας και γλείφοντας και μεταφέροντας από τη βιοτεχνία υαλικών στη βιομηχανία εισαγομένων πολυελαίων Αντουανέτας!
Ο Κουμανταρέας εντοπίζει τη μετάβαση εκεί γύρω στα τέλη του '60, όπου η γενιά του 114, των συναυλιών του Θεοδωράκη και των Λαμπράκηδων μπαίνει στην παραγωγή, ενώ η χούντα «γυψοκρατεί το μέλλον». Είναι ενδεικτικό ότι οι αντιήρωες του Κουμανταρέα δεν έχουν παιδιά, είναι άτεκνοι ή μαγκούφηδες, πρώην φερέφωνα του κόμματος, πολεμιστές και κλεπταποδόχοι στην Κορέα, λαντζιέρηδες στην Αμερική, πλασιέ και κληρονόμοι βιοτεχνιών που άνθησαν στις δεκαετίες της μετεμφυλιακής δανειοδοτούμενης με δολάρια ανοικοδόμησης και πλαστής αστικοποίησης. Ετσι δεν θα δουν παιδιά τους στα κάγκελα του Πολυτεχνείου, για να τα δουν οι μεταγενέστεροι συγγραφείς να συμβιβάζονται κι αυτά και να μετατρέπονται σε μικροαστούς ή τεχνοκράτες της μεταποίησης, της γραφειοκρατίας, του κομματισμού και της διαπλοκής. Στα δύο έργα του Καμπανέλλη που παίζονται ήδη, στο πρώτο ώριμο αριστούργημά του, στην «Αυλή των θαυμάτων», και στο «Ο δρόμος περνά από μέσα», αποτυπώνονται σε ένα διάνυσμα μισού αιώνα το πώς το παλαιό κοινοτικό, συντροφικό, μίζερο αλλά φιλάδελφο ήθος της αυλής μεταποιείται στη μικροαστική έπαρση της πολυκατοικίας, η λαϊκή αδελφοσύνη στο μικροαστικό ανάδελφον της ατομικής καριέρας. Επίσης στο πώς μια αρχοντιά κι ένα γούστο μιας εποχής σεβασμού στα τιμαλφή μεταποιείται σε εμπόριο και μόδα. Πώς ο ντορβάς του χωριάτη έγινε ταγάρι των μπουάτ.
Μας ειδοποιούσαν οι συγγραφείς, ο Τερζάκης με την «Παρακμή των Σκληρών», ο Καραγάτσης με την πολυώροφη πανσπερμία της πολυκατοικίας στο «Δέκα», ο Αθανασιάδης στους «Πανθέους», ο Τσίρκας και ο Γιώργος Μιχαηλίδης στις τριλογίες τους, η Σωτηρίου στο «Κατεδαφιζόμεθα», ο Ρώμας στις ζακυνθινές του εποποιίες προς την παρακμή των κομήτων, ο Βασιλικός στη δική του τριλογία, ο Βαλτινός στην καταγωγική τραυματική «Δεκαετία του '60», ο Μπακόλας στην εξαίσια ως γραφή, πικρή όμως «Μεγάλη Πλατεία». Σκοπός τους δεν είναι η καταλογογράφηση.
Αλλά να, πώς να μην το πω, ότι και οι ποιητές από τον πρόλογο της «Φλογέρας του βασιλιά» του Παλαμά («σβησμένες όλες οι φωτιές μέσα στη χώρα») ώς την «Πρέβεζα» του Καρυωτάκη, τη βουλιαγμένη «Κίχλη» του Σεφέρη, το «Νεκρό σπίτι» του Ρίτσου, τους «Νέους της Σιδώνος» του Αναγνωστάκη, τη «Διαθήκη» του Κατσαρού και τον προφητικό του στίχο «πάρτε μαζί σας νερό, το μέλλον μας έχει πολλή ξηρασία» έως την απελπισία των ταινιών του τελευταίου Αγγελόπουλου, το τοπίο είναι κρανίου τόπος αλλά η κοινωνία μας εξέρχεται χαζοχαρούμενη με εκδρομική αμφίεση να πετάξει τον χαρταετό της, χαρταετό ψευδαισθήσεων, φαντασιώσεων και απατηλών ονείρων.
Και τώρα ο γυάλινος κοσμάκης, που διαπίστωσε πως οι φανταχτεροί πολυέλαιοι δεν ήταν από κρύσταλλο αλλά από πλαστικό, τα σερβίτσια ήταν δανεικά και το ψυγείο είχε κρέατα από πεπιεσμένο χρωματιστό χαρτί, παπιέ μασέ, φτύνει. Το κακό είναι όμως πως από τη χρεοκοπημένη βιοτεχνία υαλικών έχουν ξεχάσει κάτι ανεμιστήρες που γυρίζουν τα σάλια στα μούτρα μας.
του Κώστα Γεωργουσόπουλου εφημ. ΤΑ ΝΕΑ 14-1-12
βραβείο Ακαδημίας Αθηνών
Παραμονές της τελευταίας παράστασης της ζωής του, ο σκηνοθέτης Λεωνίδας K. ζητά από τον ιδιόμορφο Aλβανό βοηθό του να κάψει τα σκηνικά για να αναβληθεί η πρεμιέρα. Παρ' ότι καταξιωμένος, επίλεκτος πολίτης της καλλιτεχνικής δημοκρατίας των Aθηνών, φοβάται την αποτυχία. Aντιμέτωπος με τα γερατειά, την αρρώστια, τον θάνατο, αρπαγμένος από τον έρωτά του για την Αννα Mελαχρινού, τη νέα και γοητευτική, πλην ατάλαντη πρωταγωνίστριά του, αισθάνεται να τον συντρίβει το βάρος μιας μετριότητας που κάνει τη συνείδησή του να ασφυκτιά. Στο σπίτι του με θέα την Aκρόπολη, στην Eπίδαυρο και στο Oρεστικόν σκέφτεται τους φόβους του και την απελπισία του, ώσπου για να λυτρωθεί αφήνεται να χαθεί σ' έναν χρόνο που θα τον οδηγήσει ως τη μακρινή εκείνη εποχή που ο Eυριπίδης έγραφε τις Bάκχες του.
«'Oταν δεν έρχεσαι σε σύγκρουση με αυτό που είσαι», αναφέρει ο συγγραφέας Τάκης Θεοδωρόπουλος, «όταν είσαι απολύτως συμφιλιωμένος με αυτό που είσαι, τότε δεν έχεις κανέναν απολύτως λόγο ν' αναζητάς την ελευθερία σου».

«…αναρωτιέται κανείς: για τι παλεύουμε νύχτα μέρα κλεισμένοι στα εργαστήριά μας;
Παλεύουμε για ένα τίποτε, που ωστόσο είναι το παν.
Είναι οι δημοκρατικοί θεσμοί, που όλα δείχνουν ότι δεν θ’ αντέξουν για πολύ.
Είναι η ποιότητα, που γι’ αυτή δεν δίνει κανείς πεντάρα.
Είναι η οντότητα του ατόμου, που βαίνει προς την ολική της έκλειψη.
Είναι η ανεξαρτησία των μικρών λαών, που έχει καταντήσει ήδη ένα γράμμα νεκρό.
Είναι η αμάθεια και το σκότος.
Ότι οι λεγόμενοι “πραχτικοί άνθρωποι” -κατά πλειονότητα, οι σημερινοί αστοί- μας κοροϊδεύουν` είναι χαρακτηριστικό.
Εκείνοι βλέπουν το τίποτε.
Εμείς το παν.
Που βρίσκεται η αλήθεια, θα φανεί μια μέρα, όταν δεν θα 'μαστε πια εδώ.
Θα είναι, όμως, εάν αξίζει, το έργο κάποιου απ’ όλους εμάς.
Και αυτό θα σώσει την τιμή όλων μας - και της εποχής μας.»
Οδ. Ελύτης
Απολείπειν ο θεός Αντώνιον
Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ', ακουσθεί
αόρατος θίασος να περνά
με μουσικές εξαίσιες, με φωνές --
την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου
που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου
που βγήκαν όλα πλάνες, μη ανοφέλετα θρηνήσεις.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που φεύγει.
Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πείς πως ήταν
ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου·
μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,
κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ' όχι
με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
κι αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που χάνεις.

Αφιέρωμα στον Οδυσσέα Ελύτη (100 χρόνια από τη γέννησή του)
Στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Ερμιόνης «Απόστολος Γκάτσος» από την Δευτέρα 4/7/11 έως την Παρασκευή 8/7/11, κατά τις απογευματινές ώρες λειτουργίας της βιβλιοθήκης ( 6.00-8.30 μμ), παρουσιάστηκε η κινητή έκθεση του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου για τον Οδυσσέα Ελύτη, και έκθεση με βιβλία του ποιητή. περισσότερα...

Ολοκληρώθηκαν για τρίτη συνεχή χρονιά οι χριστουγεννιάτικες γιορτές της δημοτικής βιβλιοθήκης Ερμιόνης «Α. Γκάτσος» που στόχο έχουν να εξοικειώσουν τα παιδιά στον φιλόξενο χώρο της βιβλιοθήκης , τη δημιουργική τους απασχόληση ,τη προσέγγιση στη γνώση, τη ψυχαγωγία μέσα σ΄ένα κοινωνικό σύνολο.περισσότερα...