Το πρώτο γράμμα της ελληνικής αλφαβήτου "Α" όπως σχεδιάστηκε με την μορφή αρχιγράμματος. Περισσότερα...
Στις σελίδες που ακολουθούν, όσοι δεν έχετε επισκεφθεί από κοντά τη Βιβλιοθήκη μας, μπορείτε να κάνετε μια πρώτη γνωριμία με αυτή.
Ελπίζουμε σύντομα να μας δώσετε τη χαρά να σας ξεναγήσουμε και από κοντά στις φιλόξενες αίθουσές μας.
Από τον Ιούλιο του 2008, οπότε και μας παραχωρήθηκε ως έδρα ο πρώτος όροφος του παλαιού Κοινοτικού Καταστήματος Ερμιόνης, λειτουργούμε καθημερινά με εθελοντές, έχοντας κατορθώσει η συλλογή των βιβλίων μας να έχει ξεπεράσει τους 8.000 τόμους.
Έχοντας κατά γενική ομολογία αποσπάσει την αποδοχή, την εκτίμηση και την αγάπη της πόλης μας, αδυνατούμε πλέον να ανταποκριθούμε στις ανάγκες εξυπηρέτησης των νέων μας στον μικρό μας χώρο, ούτως ώστε να είναι αναγκαία η επέκτασή μας στο όμορο και διατηρητέο κτήριο του ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΚΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ ΕΡΜΙΟΝΗΣ, ιδιοκτησίας μας, το οποίο όμως χρήζει ολικής ανακαίνισης.
Στόχος μας είναι να εμπνέουμε ιδίως τους νέους και να συμβάλλουμε με ευπρέπεια και ήθος στην πνευματική και πολιτιστική ζωή της πόλης μας.
Ο Οδυσσέας Ελύτης, η ημιτελής «Αλβανιάδα» και η συμμετοχή του στον αγώνα
Επέτειος της 28ης Οκτωβρίου και ας αναφερθώ, σε όσους δεν το γνωρίζουν, σ’ ένα αφιερωμένο στο αλβανικό έπος ποιητικό έργο του Οδυσσέα Ελύτη, το οποίο όμως απέσυρε και θα εξηγηθεί πιο κάτω από τον ίδιο γιατί. Πρόκειται για την «Αλβανιάδα», έργο ημιτελές, που δημοσιεύθηκε το 1965 στο φοιτητικό περιοδικό «Πανσπουδαστική», με εκτενή συνέντευξη του ποιητή και σχέδια του Γιάννη Μόραλη.
Περνάω αμέσως στο μεγαλύτερο μέρος της άκρως ενδιαφέρουσας (ανυπόγραφης) αυτής συνέντευξης (που υπάρχει στο αρχείο μου, δανειζόμενος τον ίδιο τίτλο, με δικούς μου υπότιτλους), παρακάμπτοντας το ποίημα αφού ο δημιουργός του δεν το περιέλαβε τελικά στα έργα του. Όπου ο Ελύτης, αφού εξηγεί πως αποφάσισε να σταματήσει τη σύνθεση του εν λόγω ποιήματος (τον τράβηξε το «Άξιον Εστί», ενώ δεν πρέπει να μας διαφεύγει και το «Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας», που έγραψε την ίδια περίοδο), περνάει στο Έπος του Σαράντα όπου, όπως είναι γνωστό, συμμετείχε ως έφεδρος ανθυπολοχαγός κι όπου αρρώστησε βαριά και παραλίγο να χάσει τη ζωή του.
«Όμορφη αφροσύνη»
-Πώς συμβαίνει να μην έχει εκδοθεί ακόμη η «Αλβανιάδα»; Μήπως έχουν δημοσιευθεί αποσπάσματα σε κανένα περιοδικό;
Όχι, το ποίημα αυτό δεν δημοσιεύθηκε ποτέ. Μεταδόθηκε όμως τον Οκτώβριο του 1956 από το Ραδιοφωνικό Σταθμό Αθηνών, με απαγγελία Θάνου Κωτσόπουλου και Μήτσου Λυγίζου, ραδιοσκηνοθεσία Νίκου Γκάτσου και μουσική Μάνου Χατζιδάκι. Δεν είχε, απ’ όσο ξέρω, καμιάν απήχηση, μολονότι η ραδιοφωνική παρουσίαση βοηθούσε στην ανάδειξη της ιδιότυπης τεχνικής του. Ίσως να έφταιγα εγώ, ίσως το θέμα. Γεγονός είναι ότι μου έλειψε από κει και πέρα η διάθεση να συνεχίσω ένα έργο με τόσο μεγάλες διαστάσεις. Καλά ή κακά δεν είμαι από τους ποιητές που μπορούν να γράφουν ερήμην του κοινού. Μου χρειάζεται ο «αντίκτυπος». Κάτι περισσότερο: μου χρειάζεται αυτό που λέμε «αόρατη παραγγελία», η συναίσθηση ότι μια ομάδα ανθρώπων, έστω και μικρή, περιμένει κάτι από μένα. Προχώρησα αρκετά στο δεύτερο μέρος κι ύστερα, ξαφνικά, σταμάτησα. Με τράβηξε το «Άξιον Εστί» που είχε αρχίσει να ωριμάζει μέσα μου και που έμελλε να ηχήσει αλλιώς. Ωστόσο, μια που αυτό το πρώτο μέρος εξακολουθεί, προσωπικά, να με ικανοποιεί απολύτως κι έχει εξάλλου πάρει κατά κάποιο τρόπο το βάφτισμα της δημοσιότητας, ευχαρίστως σας το παραχωρώ.
-Τι είναι εκείνο που σας συγκίνησε στο Έπος του Σαράντα;
Πως να σας το πω: ήταν ό,τι διάβαζα στην πράξη και μ’ ένα σφίξιμο στην καρδιά μην τύχει και δακρύσω, αυτά που με ανία και δυσφορία διάβαζα ως τότε στα βιβλία και για την ιστορία της χώρας μου. Ήταν μια βίαιη φορά προς τα εμπρός του λαού που είχε κάποτε ηττηθεί, όχι εξ αιτίας του, στη Μικρασία και που τώρα θα έπαιρνε την εκδίκησή του. Έτσι το έβλεπα εγώ. Σαν άχτι μακροχρόνιο που έβγαινε και ξεθύμαινε. Δεν έπαιζε ρόλο που ο εχθρός ήταν διαφορετικός. Ο εχθρός ήτανε η Τυραννία, ήτανε η μορφή του Αδίκου, που την είχαμε υποστεί κάτω από διαφορετικές μορφές επί αιώνες και είχε γίνει μοίρα μας. Αυτή η εξέγερση εναντίον της Μοίρας, χωρίς υπολογισμό, μες στα όλα, αυτή η «όμορφη αφροσύνη», όπως λέω κάπου αλλού, ήτανε που ανέβαζε το γεγονός σε μιαν άλλη σφαίρα, ποιητική. Μέσα μου έγινε μια αναπαρθένευση των τριμμένων εννοιών. Οι λέξεις ξεφουσκώνανε και ξαναγεμίζανε με καθαρή ουσία. Με τη βοήθεια της ουσίας αυτής βρήκα το θάρρος να ξαναπροφέρω λόγια που ως τότε φοβόμουνα επειδή τα συναντούσα μόνο στα χείλη των κούφιων πολιτικών και πατριδοκαπήλων.
«Σώθηκα από θαύμα»
-Προσωπικά, εσείς, σαν έφεδρος ανθυπολοχαγός, τι κάνατε στον αγώνα;
Τι να έκανα εγώ, ένα χαλασμένο παιδί της Αθήνας. Με κόπο, κόπο ανυπολόγιστο, κατάφερα να είμαι απλώς συνεπής προς την αποστολή μου. Αλλά είδα στα πρόσωπα των στρατιωτών μου τη λάμψη που είναι ικανός ο Ελληνισμός ν’ αναδώσει όταν πιστεύει στο δίκιο του. Και γνώρισα από κοντά την αψηφισιά του θανάτου, την ακατάβλητη θέληση της ζωής που έγινε τελικά και δική μου. Στο μέτωπο, αρρώστησα από βαρύτατο τύφο. Τα νερά που πίναμε όπου βρίσκαμε, ανάμεσα στα πτώματα των μουλαριών, ήτανε μολυσμένα. Χωρίς να γνωρίζω τι έχω, χρειάστηκε να κάνω τρία μερόνυχτα με τα πόδια και με ζώο για να βρεθώ σε βατό δρόμο και να διακομισθώ στο Νοσοκομείο των Ιωαννίνων. Έμεινα εκεί σαράντα μέρες με σαράντα πυρετό, ακίνητος, με πάγο στην κοιλιά. Με είχανε αποφασίσει, αλλά εγώ δεν είχα αποφασίσει τον εαυτό μου. Θυμάμαι ότι αρνήθηκα να με μεταφέρουν στον μικρό θάλαμο των ετοιμοθάνατων, όπως κάποιο άλλο βράδυ αρνήθηκα να κοινωνήσω και να εξομολογηθώ στον παπά που μου φέρανε, όταν η κρίση της αρρώστιας έφτασε στο κατακόρυφο. Μόλις αρχίσανε οι βομβαρδισμοί, ανοίγανε το διπλανό μου παράθυρο -μην σπάσουν τα τζάμια και τιναχτούν απάνω μου- και φεύγανε όλοι στα καταφύγια. Έτσι πέρασα όλες τις τρομερές μέρες της Γερμανικής επιθέσεως. Κατάμονος σ’ έναν έρημο θάλαμο και γεμάτος πληγές από την απόλυτη ακινησία. Και την ημέρα που κρίθηκε ότι είχα γλυτώσει και άρχισε να υποχωρεί ο πυρετός, ήρθε η διαταγή να εκκενωθεί το Νοσοκομείο. Με βάλανε όπως όπως σ’ ένα φορείο, που το χώσανε σ’ ένα φορτηγό αυτοκίνητο. Η φάλαγγα από τα Γιάννενα ως το Αγρίνιο πολυβολήθηκε οκτώ φορές από τα «στούκας». Οι φαντάροι τρέχανε στα χωράφια, όμως εγώ ήταν αδύνατο να σταθώ όρθιος έστω και για μια στιγμή. Τελικά, στο Αγρίνιο, με παρατήσανε σ’ ένα πεζούλι και φύγανε. Μια καλή κοπέλα εθελοντής νοσοκόμος με άλλη αποστολή, με βοήθησε και μ’ έσυρε ως το υπόγειο μιας καπναποθήκης, όπου σωριάστηκα και έμεινα τρεις μέρες. Αλλά τα υπόλοιπα δεν έχουν σημασία για τους άλλους. Σημασία έχει ότι «έζησα το θαύμα» και σώθηκα από ένα θαύμα. Οι γιατροί στην Αθήνα τρίβανε τα μάτια τους. Σύμφωνα με την Επιστήμη, θα έπρεπε με την παραμικρή μετακίνηση να πάθω εντερορραγία και να τελειώσω.
Πηγή: εφημ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 22-10-11
βραβείο Ακαδημίας Αθηνών
Παραμονές της τελευταίας παράστασης της ζωής του, ο σκηνοθέτης Λεωνίδας K. ζητά από τον ιδιόμορφο Aλβανό βοηθό του να κάψει τα σκηνικά για να αναβληθεί η πρεμιέρα. Παρ' ότι καταξιωμένος, επίλεκτος πολίτης της καλλιτεχνικής δημοκρατίας των Aθηνών, φοβάται την αποτυχία. Aντιμέτωπος με τα γερατειά, την αρρώστια, τον θάνατο, αρπαγμένος από τον έρωτά του για την Αννα Mελαχρινού, τη νέα και γοητευτική, πλην ατάλαντη πρωταγωνίστριά του, αισθάνεται να τον συντρίβει το βάρος μιας μετριότητας που κάνει τη συνείδησή του να ασφυκτιά. Στο σπίτι του με θέα την Aκρόπολη, στην Eπίδαυρο και στο Oρεστικόν σκέφτεται τους φόβους του και την απελπισία του, ώσπου για να λυτρωθεί αφήνεται να χαθεί σ' έναν χρόνο που θα τον οδηγήσει ως τη μακρινή εκείνη εποχή που ο Eυριπίδης έγραφε τις Bάκχες του.
«'Oταν δεν έρχεσαι σε σύγκρουση με αυτό που είσαι», αναφέρει ο συγγραφέας Τάκης Θεοδωρόπουλος, «όταν είσαι απολύτως συμφιλιωμένος με αυτό που είσαι, τότε δεν έχεις κανέναν απολύτως λόγο ν' αναζητάς την ελευθερία σου».

«…αναρωτιέται κανείς: για τι παλεύουμε νύχτα μέρα κλεισμένοι στα εργαστήριά μας;
Παλεύουμε για ένα τίποτε, που ωστόσο είναι το παν.
Είναι οι δημοκρατικοί θεσμοί, που όλα δείχνουν ότι δεν θ’ αντέξουν για πολύ.
Είναι η ποιότητα, που γι’ αυτή δεν δίνει κανείς πεντάρα.
Είναι η οντότητα του ατόμου, που βαίνει προς την ολική της έκλειψη.
Είναι η ανεξαρτησία των μικρών λαών, που έχει καταντήσει ήδη ένα γράμμα νεκρό.
Είναι η αμάθεια και το σκότος.
Ότι οι λεγόμενοι “πραχτικοί άνθρωποι” -κατά πλειονότητα, οι σημερινοί αστοί- μας κοροϊδεύουν` είναι χαρακτηριστικό.
Εκείνοι βλέπουν το τίποτε.
Εμείς το παν.
Που βρίσκεται η αλήθεια, θα φανεί μια μέρα, όταν δεν θα 'μαστε πια εδώ.
Θα είναι, όμως, εάν αξίζει, το έργο κάποιου απ’ όλους εμάς.
Και αυτό θα σώσει την τιμή όλων μας - και της εποχής μας.»
Οδ. Ελύτης
Απολείπειν ο θεός Αντώνιον
Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ', ακουσθεί
αόρατος θίασος να περνά
με μουσικές εξαίσιες, με φωνές --
την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου
που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου
που βγήκαν όλα πλάνες, μη ανοφέλετα θρηνήσεις.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που φεύγει.
Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πείς πως ήταν
ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου·
μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,
κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ' όχι
με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
κι αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που χάνεις.

Αφιέρωμα στον Οδυσσέα Ελύτη (100 χρόνια από τη γέννησή του)
Στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Ερμιόνης «Απόστολος Γκάτσος» από την Δευτέρα 4/7/11 έως την Παρασκευή 8/7/11, κατά τις απογευματινές ώρες λειτουργίας της βιβλιοθήκης ( 6.00-8.30 μμ), παρουσιάστηκε η κινητή έκθεση του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου για τον Οδυσσέα Ελύτη, και έκθεση με βιβλία του ποιητή. περισσότερα...

Ολοκληρώθηκαν για τρίτη συνεχή χρονιά οι χριστουγεννιάτικες γιορτές της δημοτικής βιβλιοθήκης Ερμιόνης «Α. Γκάτσος» που στόχο έχουν να εξοικειώσουν τα παιδιά στον φιλόξενο χώρο της βιβλιοθήκης , τη δημιουργική τους απασχόληση ,τη προσέγγιση στη γνώση, τη ψυχαγωγία μέσα σ΄ένα κοινωνικό σύνολο.περισσότερα...